δαίδαλον


δαίδαλον
δαίδαλος
cunningly
masc/fem acc sg
δαίδαλος
cunningly
neut nom/voc/acc sg
δαίδᾱλον , δαιδάλλω
work cunningly
aor imperat act 2nd sg (doric)
δαιδάλλω
work cunningly
aor ind act 3rd pl (homeric ionic)
δαιδάλλω
work cunningly
aor ind act 1st sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δαίδαλον — δαίδαλον, το (Α) βλ. δαίδαλος …   Dictionary of Greek

  • Δαίδαλον — Δαίδαλος cunningly masc acc sg Δαίδαλος cunningly neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαίδαλος — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ήρωας της ελληνικής μυθολογίας, δισέγγονος του βασιλιά της Αθήνας Ερεχθέα. Περίφημος τεχνίτης (το όνομά του προέρχεται από το ρήμα δαιδάλλω, που σημαίνει εργάζομαι με τέχνη), κατασκεύασε σπουδαία αρχιτεκτονικά και γλυπτά… …   Dictionary of Greek

  • ДЕДАЛЫ —     I.    • Daedăla,          Δαίδαλα,        1. горы на ликийской границе карийского прибрежья, заселенного родосцами и называемого ими Περαία; к югу от этих гор, на берегу Главкова залива, находился город Дедала. Liv. 37, 32;        2. город в… …   Реальный словарь классических древностей

  • ДЕДАЛЫ —     I.    • Daedăla,          Δαίδαλα,        1. горы на ликийской границе карийского прибрежья, заселенного родосцами и называемого ими Περαία; к югу от этих гор, на берегу Главкова залива, находился город Дедала. Liv. 37, 32;        2. город в… …   Реальный словарь классических древностей

  • διατροφή — I Η παροχή τροφής και μέσων συντήρησης· ο επισιτισμός πληθυσμών· το σύνολο των βιοτικών αναγκών. Η δ. αναφέρεται γενικά στο σύνολο των ουσιών που προσλαμβάνει ο οργανισμός με τη μορφή τροφής. Οι ουσίες αυτές, πέρα από το ότι παρέχουν τις… …   Dictionary of Greek